Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010


Τίτλος: 1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα
Συγγραφέας: Δημήτρης Ε. Σολδάτος
Εκδότης: Βιβλιοπωλείον Τσιρίμπαση, 2010
Ι. Μελά 134, 31 100 Λευκάδα, Τηλ.: 26450 22329
(Διατίθεται στα κεντρικά βιβλιοπωλεία Αθηνών και Θεασσαλονίκης)
Διαστάσεις: 12x17
Σελίδες: 112
ISBN: 978-960-99166-0-8

1000 δίστιχα
με θέμα τα χείλια
(σε χίλια αντίτυπα)
στον ρυθμό της αναπνοής μας –
τον δεκαπεντασύλλαβο.

Περιέχει C.D. με απαγγελίες

από τον Λευκάδιο ηθοποιό Δημήτρη Βερύκιο.

Για τα γραμμένα χείλια σου, τα χιλιoαγαπημένα,
αν γράψω χίλια δίστιχα, φιλί μού δίνεις ένα;

Όλα τα τριαντάφυλλα μαζί, δεν ευωδούνε
όπως τα χείλη σου τα δυο, γι’ αυτό και σε φθονούνε.



Τα χείλη σου ο κόσμος μου, η Τέχνη κι η Ιστορία,
κι ο κόσμος ανιστόρητη κι άτεχνη φλυαρία.



Ένα στιλό ανάμεσα στα χείλη σου όταν βάζεις,
σαν να ρουφάς την ποίηση με καλαμάκι μοιάζεις.

Εσύ είσαι μια βασίλισσα μες στης ζωής το σκάκι,
τα ματ-ωμένα χείλη σου ματ στον Αναγνωστάκη.

Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι,
δύο χειλιών η άρνηση μού θύμισε Σεφέρη.

Επίδαυρος οι μέρες μου, με τραγωδία το δείλι,
κι οι νύχτες μου ικέτιδες στα αισχυλικά σου χείλη.

Κάνει η καρδιά ανακομιδή σε λείψανα ερώτων
και χείλη που δεν φίλησα υπερτερούν των πρώτων.

Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.

Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;



Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;



Για δύο δευτερόλεπτα να ’μπαινα στην ζωή σου:
να μ’ άναβαν τα χείλη σου, να μ’ έσβην’ η πνοή σου.



Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;



Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;



Τα χείλη σου δεν μου ’δωσες. Μα τι ειρωνεία, ακόμα
κι οι πόρνες σε θυμίζουνε, που δεν φιλούν στο στόμα.



Αν πέσω μέσα στην φωτιά, μπορεί και να γλιτώσω,
μ’ αν δεν καώ στα χείλη σου, απ’ τον καημό θα λιώσω.



Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.



Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.



Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;

Ο πόθος μου κρυφό σχολειό, σαν πίνακας του Γύζη –
αχ, φεγγαράκι μου λαμπρό, τα χείλη της ποιος ’γγίζει;



Να ξεραθούνε τα κλαριά, να μαραθούνε τ’ άνθη,
για χείλη που άλλον γλύκαναν, το αίμα μου επικράνθη.



Κολάζ: Γιάννη Κυριαζή

Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.


Κολάζ: Γιάννη Κυριαζή

Ορχήστρα είναι το κορμί κι ο έρωτας ταλέντο
κι είναι τα χείλη σου βιολί και το φιλί κρεσέντο.



Αν θες να δεις τα χείλη σου πόσο αντέχουν πάθος,
μέτρα το ύψος του έρωτα με του φιλιού το βάθος.



Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;



Η άνοιξη κι αν έρχεται, δυο χείλια είναι κλεισμένα,
και μόνο εγώ μαραίνομαι μες σ’ όλα τ’ ανθισμένα.



Στα χείλη σου τα τρυφερά όλα τα παραμύθια
στήνουν χορό και τραγουδούν τριγύρω απ’ την αλήθεια.

Τα χελιδόνια ήρθανε νωρίς τον Μάρτη μήνα
και μήνυσαν πως είναι αργά να ρθούν τα χείλια εκείνα.

Τα γράμματά σου μοιάζουνε καλλιγραφία να ’ναι –
κάνω χαρτί το σώμα μου, στιλό τα χείλη κάνε.



Είναι το σώμα σου Ιερό και το φιλί καντήλι,
τα χείλη σου πιο όμορφα κι απ’ την Ωραία Πύλη.



Τα χείλη λάβα πιο καυτή κι απ’ του ηφαιστείου της Θήρας,
κι ο κάθε πόρος του κορμιού, της ηδονής κρατήρας.



Να ’μουν ταχυδακτυλουργός, να βγάλω απ’ το μαντήλι
το περιστέρι που φιλιά φέρνει απ’ τα δυο σου χείλη.



Πέφτει βροχή στον ύπνο μου όταν σε συναντήσω
και λιώνουνε τα χείλη σου προτού να τα φιλήσω.



Στο χιόνι ψάχνει ψίχουλα σπουργίτι πεινασμένο
και μια ψυχή ψιχία φιλιών σε χείλι παγωμένο.



Μέλισσα να ’μουν, να πετώ στο πέρα παραθύρι,
σε δυο χειλιών χειμωνανθό να χιονιστώ απ’ την γύρη.



Τα χείλη σου την μυγδαλιά θέλω να μιμηθούνε:
στου κόσμου αυτού την παγωνιά, πάντα ν’ ανθοβολούνε.



Τα χείλη σου Ευαγγελισμοί, φιλιά κρίνοι κομμένοι,
ποιων Αρχαγγέλων έγινες η Κεχαριτωμένη;



Το κόκκινο του φεγγαριού αναιμικό φαντάζει,
μπροστά σε χείλη που φιλούν κι αίμα το σύμπαν στάζει.



Δεν με ζαλίζει το κρασί, λες και νερό ρουφάω,
κι άμα τα χείλη σου σκεφτώ, με το νερό μεθάω.


Τ’ αγρίμια του Ταΰγετου των δυο χειλιών σου μοιάζουν:
σάρκα πεινούν, αίμα διψούν κι όλη την νύχτα ουρλιάζουν.


Τα γλαροπούλια φώλιασαν στα πελαγίσια σπήλια
κι ο αχινός ενός φιλιού δεν μάτωσε δυο χείλια.

Το κοκκινάδι άραγε τα χείλη σου να βάφει
ή βάφεται απ’ τα χείλη σου όταν τα υπογράφει;

Όσες Ferrari θα σε δουν θα σκάσουν απ’ την ζήλια,
που με τριακόσια πάνε αυτές και τα φιλιά με χείλια.



Τρέμουν οι φλόγες των κεριών και σβήνουν ολοένα,
να τρέμαν και τα χείλη σου κι ας έσβηναν εμένα.

Τα χείλη τα ποιητικά κοινοί θνητοί φιλάνε –
οι Δον Κιχώτες πίσω πια και μπρος οι Σάντσοι πάνε.




Στα χείλη σου ο Έρωτας έμαθε να φιλάει,
τα βλέφαρα ανοιγόκλεισες κι είδε πώς να πετάει.



Καλύτερα τα χείλη σου να ’ταν φωτογραφία:
θα είχαν ένα αρνητικό και άρνηση καμία.



Γόνδολα μοιάζει το φιλί σε δυο χειλιών κανάλι –
η Βενετία του έρωτα καλύτερη απ’ την άλλη.




Kαι τι δεν θα ’δινα να δω να γίνουν από μένα
σαν τα ρολόγια του Νταλί τα χείλη σου λιωμένα.



Τα χείλη σου μια κάλπικη λίρα, μα ξόδεψέ τη
για να μου πεις το σ’ αγαπώ στον Χορν που ’πε η Λαμπέτη.




Παράλια τα χείλη σου από την Μικρασία,
θυμίζουνε του εικοσιδυό την αιματοχυσία.




Αν κάπνιζες, θα μάζευα το αποτσίγαρό σου,
γιατί από μέσα πέρασε η ανάσα των χειλιών σου.




Χείλη, σαν στρείδι του βυθού, για κάντε μου την χάρη:
αν μου φυλάτε ένα φιλί, να ’ναι μαργαριτάρι.




Του Σεπτεμβρίου τα πουλιά στα σύρματα σαν νότες,
μελοποιούν τα χείλη σου με τις βροχές τις πρώτες.



Αποδημητικά φιλιά τα χείλη σου μου στέλνουν
κι όπως απομακρύνεσαι τα πρωτοβρόχια ψέλνουν.




Στην παπαρούνα δυο χειλιών δεν θέλω όποιο κι όποιο
φιλί να πιω, μα να γευτώ το πιο γλυκόπιοτο όπιο.




Λέω τα χείλη σου ναό, του έρωτα Παρθενώνα,
και τ’ άλλα χείλη όλα μαζί δεν φτιάχνουν μια κολόνα.




Ξένιε Δία, που όποιον βρεις άστεγο τον σπιτώνεις,
δυο χείλη αφιλόξενα γιατί δεν κεραυνώνεις;




Τα χείλη σου είναι τέλεια σονέτα του Μαβίλη
και τ’ άλλα σαν τους Έλληνες που γίνανε γραικύλοι.



Τα λόγια πράγμα φτερωτό, μπορεί και να πετάξει –
στην θεωρία δυο χειλιών, ένα φιλί είναι πράξη.




Σ’ ένα κρινένιο πρόσωπο δυο χείλη ανθοβολούνε
σαν κόκκινα τριαντάφυλλα και με μυροβολούνε.



Ολονυχτίς θα σε φιλώ στα χείλη ως τον όρθρο
κι η αυγή θα βρει το στήθος σου σαν πετεινό ολόρθο.




Απ’ άκρη σ’ άκρη το κορμί θα σου το πυρπολήσω
κι ύστερα μες στα χείλη σου τον πόθο θα χιονίσω.



www.dimsol.blogspot.com


______________

Η σειρά είναι τυχαία και δεν ακολουθεί αυτήν του βιβλίου.


Επιστροφή στην κορυφή